Skip to content

Η Ιστορία δεν πενθεί για τους δημοσιογράφους – παρίες

Μαΐου 14, 2010

Δύο ειδήσεις της ίδιας μέρας:

Απεβίωσε την Τετάρτη σε ηλικία 78 ετών ο δημοσιογράφος και εκδότης της «Καθημερινής» Αντώνης Καρκαγιάννης.

και

Χθές το βράδυ στις 10.30 σκοτώθηκε σε τροχαίο με μοτοσυκλέτα ο Μάνος Ρούσσος,  δημοσιογράφος του Reporter.

Ο ένας, διαπρεπής, γνωστός στο πανελλήνιο, κατάφερε να αξιοποιήσει τις γνώσεις και τις ικανότητές του, διακρίθηκε, εισέπραξε την αναγνώριση (ηθική και οικονομική) από το δημοσιογραφικό κόσμο, έβαλε τη σφραγίδα του στην ιστορία του ελληνικού Τύπου.

Ο άλλος, ταλαντούχος, ευφυής, εργαζόμενος σε όχι τόσο λαμπερό μέσο επικοινωνίας, το Διαδίκτυο, τον παρία που η ΕΣΗΕΑ αποτάσσει μετά βδελυγμίας. Το κοφτερό του μυαλό, η παιδεία και ειδικά οι γνώσεις του σε θέματα ελληνοτουρκικών ικανά να θαμπώσουν τη λάμψη πολλών  εκ των προβεβλημένων αστέρων του δημοσιογραφικού κατεστημένου.

Εργαζόμενος γύρω στα 8 χρόνια, αλλά (ακόμη) ασφαλισμένος στο «ταπεινό» ΙΚΑ (θεωρούμενος μάλιστα από τους τυχερούς), ένας δημοσιογράφος που δεν υφίσταται για το σινάφι  της ΕΣΗΕΑ, αλλά τη δουλειά του οποίου αυτό αξιοποιεί για τη δική του ειδησεογραφική παραγωγή.

Τέτοιοι δημοσιογράφοι, όπως ήταν ο Μάνος, που θα μπορούσαν να θέσουν τη δημοσιογραφική πρακτική σε πιο υγιή βάση, διαβιούν λάθρα ως παρίες του επαγγέλματος,  δεν ανήκουν στη λίστα οποιουδήποτε δημοσιογραφικο-οικονομικο-πολιτικού σταρ σύστεμ, δεν διαπρέπουν ως διασημότητες, παρά μόνο εκτιμώνται από τους συναδέλφους και μια μικρή ομάδα του κοινού που είχε την τύχη να τους ανταμώσει.

Τέτοιοι δημοσιογράφοι δεν είναι αστέρες της δημοσιογραφίας, είναι εργάτες της και ως γνωστόν καμία επίσημη Ιστορία δεν έχει χώρο για τα ονόματα των εργατών.

Οι παντόφλες, οι εκλογές και η νέα κυβέρνηση

Οκτωβρίου 3, 2009

Επί αρκετούς μήνες, κάθε μέρα που περνάω από παράδρομο της Κηφισίας για να πάω στη δουλειά, βλέπω δύο παράταιρες παντόφλες πεταμένες στην άκρη του δρόμου. Αρχικά τις είχα προσέξει γιατί μου έκανε εντύπωση ότι ήταν διαφορετικές. Πλέον, καθώς περνάω ρίχνω κάθε φορά μια ματιά για να δω αν είναι ακόμη εκεί, αφού είναι ένα από τα σημάδια της καθημερινής μου διαδρομής. Σαν αυτά που αφήνει ο σκύλος με τα ούρα του, σαν αυτά που άφησε ο Κοντορεβιθούλης στο δάσος, εγώ έχω μάθει να γνωρίζω το δρόμο μου και από τις παρατημένες παντόφλες.

decayΗ πόλη μας, η κοινωνία μας, είναι οργανωμένες ή μάλλον εγκαταλελειμμένες, όπως οι δύο αυτές παντόφλες. Μήνες τώρα, εκεί παρατημένες, σε έναν δρόμο που δεν καθαρίζεται ποτέ -καίτι κεντρικός, σε ένα Δήμο -ενός εκ των μεγαλύτερων της Αττικής, αυτόν του Χαλανδρίου. Ό,τι συμβαίνει στον τόπο μας – καλό ή κακό – αφήνεται στην τύχη του. Καμιά έγνοια, καμία φροντίδα για τίποτε. Ελάχιστες οι εξαιρέσεις. Οδυνηρά μεμονωμένες. Αποτασσόμαστε την ομορφιά όπως το σατανά. Αγαπούμε και θεοποιούμε τα σκουπίδια, τη φθήνια, την ευκολία, τη σκαιότητα, στο σπίτι μας, στη γειτονιά μας, στη δουλειά μας, στις σχέσεις μας, στην πολιτική.

Οι πολιτικοί μας ταγοί κατ’ εικόναν και καθ’ ομοίωσιν μας, αλλά ξεσκονισμένοι και λουστραρισμένοι. Μας (μετα)χειρίζονται σαν παρατημένες παντόφλες σε έναν παράδρομο, και το χειρότερο δεν μας νοιάζει καθόλου, μάλλον μας ανακουφίζει, αφού δεν έχουν απαιτήσεις από εμάς και μας αφήνουν στην μακαριότητά μας.

decayheadlessΜε γεια μας η νέα κυβέρνηση (όποια κι αν είναι). Ούτως ή άλλως, εκτός συνταρακτικού απροόπτου, και τη Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου (ή έστω την Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου που θα ορκιστεί), οι δύο παντόφλες θα είναι εκεί να μου δείχνουν το δρόμο.

Δεν έχει κίνητρα για να γίνει καλύτερο το Ελληνικό πανεπιστήμιο

Σεπτεμβρίου 13, 2009

Στον πυρήνα της παθογένειας του Ελληνικού πανεπιστημίου βρίσκεται η ανυπαρξία ουσιαστικής αξιολόγησης όλων των φορέων που εμπλέκονται σε αυτό, που αποστερεί από τον καθηγητή, το φοιτητή και το διοικητικό υπάλληλο, κάθε κίνητρο βελτίωσης της ποιότητας του έργου τους.

universityΟ καθηγητής, αφού καταφέρει μετά κόπων, βασάνων ή και γνωριμιών, να γίνει μέλος ΔΕΠ (Διδακτικό Επιστημονικό Προσωπικό) και επιχειρήσει να ασκήσει με συνέπεια το διδακτικό του έργο, έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με πληθώρα γραφειοκρατικών και διοικητικών κωλυμάτων, που ακυρώνουν στην αφετηρία της οποιαδήποτε προσπάθεια. Πώς να καταφέρει να προετοιμάσει το μάθημά του όταν δεν του παρέχεται από το πανεπιστήμιο ούτε καν γραφική ύλη, όταν δεν έχει τη δυνατότητα να διανείμει έντυπο υλικό στους φοιτητές, γιατί δεν λειτουργούν τα φωτοτυπικά μηχανήματα, πώς να καταστήσει ελκυστικότερο και αποτελεσματικότερο το μάθημά του με τη βοήθεια τεχνολογικών μέσων, όταν δεν υπάρχουν ούτε συσκευές προβολής ή, το συνηθέστερο, έχουν χαλάσει χωρίς ποτέ να αντικατασταθούν; Πώς να καταφέρει να κινητοποιήσει τους φοιτητές, όταν καλείται να κάνει μάθημα σε αίθουσες βρώμικες, κατεστραμμένες, με σπασμένα τζάμια, χωρίς θέρμανση το χειμώνα ή κλιματισμό το καλοκαίρι; Τι κίνητρα έχει για να παραγάγει ερευνητικό έργο (παρά μόνο αν συμμετέχει σε κάποιο επιδοτούμενο πρόγραμμα και έχει οικονομικά οφέλη) αφού αυτό δεν θα αναγνωριστεί από την ακαδημαϊκή κοινότητα και δεν θα αξιολογηθεί κατά κανέναν τρόπο;

Οι φοιτητές, από την πλευρά τους, εισάγονται σε ένα ανώτερο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, σε μία σχολή για την οποία αρκετές φορές ελάχιστα γνωρίζουν και καλούνται να θητεύσουν σε μια επιστήμη, η οποία ενδεχομένως δεν τους ενδιαφέρει. Ωστόσο, η πίεση από την οικογένεια και τον κοινωνικό περίγυρο είναι τέτοια που η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν τολμά να την εγκαταλείψει, ακόμη κι αν τη σιχαίνεται. Αρχίζουν δε τις σπουδές τους ήδη κουρασμένοι, εξουθενωμένοι καθώς είναι από τη δοκιμασία των πανελληνίων εισαγωγικών εξετάσεων και σύντομα απωθούνται από τους αδιάφορους καθηγητές, την εχθρική γραμματεία και τις επιεικώς μη εξυπηρετικές λοιπές υπηρεσίες του εκπαιδευτικού ιδρύματος.

ΩPanepistimio3στόσο, πέραν των υποδομών και της διαδικασίας, οι φοιτητές δεν έχουν κίνητρα να παρακολουθήσουν με ενδιαφέρον τις σπουδές τους, γιατί δεν υπάρχει ουσιαστικό σύστημα αξιολόγησης. Δεν έχουν κίνητρα να παρακολουθήσουν τα μαθήματα και να εκπονήσουν εργασίες, αφού είτε με διάβασμα της τελευταίας στιγμής, είτε με αντιγραφή θα περάσουν «κουτσά-στραβά» τα μαθήματα, ενώ ακόμη κι αν πιαστούν να αντιγράφουν στις εξετάσεις, δεν θα υποστούν καμία συνέπεια.

Και γιατί, εξάλλου, να ενδιαφερθούν αφού γνωρίζουν ότι η συμβολή του πτυχίου τους στη μελλοντική επαγγελματική τους σταδιοδρομία θα είναι μικρή και ότι ανεξαρτήτως εφοδίων και προσόντων, μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας θα είναι το «μέσον» του μπαμπά ή του θείου;

Βέβαια, πέραν του θλιβερού του πράγματος, καμία έκπληξη δε θα πρέπει να προκαλεί η κατάσταση αυτή, δεδομένου ότι το ελληνικό πανεπιστήμιο,  ως μικρόκοσμος  της ελληνικής πραγματικότητας, αποτελεί πεδίο όπου αναπαράγονται όλες οι παθογένειες του κρατικού μηχανισμού και διαιωνίζονται οι στρεβλωμένες αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. Απλώς, είναι άξιον απορίας πως ορισμένοι προσδοκούν ή -ακόμη χειρότερα- απαιτούν να αλλάξει συθέμελα η κατάσταση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς τίποτα να ταράξει το μακάβριο ύπνο της ελληνικής κοινωνίας.

Πρώτη δημοσίευση στο http://www.reporter.gr/default.asp?pid=16&la=1&art_aid=110318.

Η ρασοφόρος ερμηνεία της ιστορίας

Ιουλίου 28, 2009

Όποιος τρέφει φρούδες ελπίδες για το διαχωρισμό κράτους – εκκλησίας εν έτει 2009 ας το σκεφτεί καλύτερα. Ακόμη και σήμερα η ιστορία λογοκρίνεται από πολιτικούς και ανθρώπους του πολιτισμού χάριν της προστασίας της εικόνας μιας άλλης εξουσίας, αυτής της εκκλησίας.

Νέο παράδειγμα αυτού η λογοκρισία του βίντεο για την ιστορία του Παρθενώνα που προβάλλεται στο μουσείο της Ακρόπολης και το οποίο έχει σκηνοθετήσει ο Κώστας Γαβράς. Η πέτρα του σκανδάλου: κάποια πλάνα ρασοφόρων που καταστρέφουν τα γλυπτά που κοσμούσαν το αέτωμα του ναού και τα οποία προκάλεσαν την μήνι εκπροσώπων της εκκλησίας. Η Ιερά Σύνοδος, αλλά και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ζήτησαν από το υπουργείο Πολιτισμού να σταματήσει η προβολή του βίντεο. «Το ζήτημα θα εξεταστεί κι αν τα καταγγελλόμενα αληθεύουν, θα προχωρήσουμε σε επανόρθωση» δήλωσε ο υπουργός Πολιτισμού Αντώνης Σαμαράς. Οπερ και εγένετο, ο κ. Σαμαράς ενήργησε προς «επανόρθωση» της ιστορίας. Το αποτέλεσμα ήταν να «κοπούν» από το βίντεο τα επίμαχα πλάνα. Λεπτομέρεια: Ο σκηνοθέτης δεν ενημερώθηκε ποτέ για αυτή την ενέργεια.

Οι ευθύνες σε αυτή την ιστορία επιμερίζονται σε τρία κυρίως πρόσωπα: στον Αρχιεπίσκοπο που υπέβαλε το αίτημα, στον υπουργό Πολιτισμού που συναίνεσε και στον πρόεδρο του Μουσείου – ειδικά στον τρίτο- που δέχθηκε να γίνει αυτή η περικοπή/αλλοίωση της ιστορικής αλήθειας, την οποία υπηρετεί με την επιστήμη του, χωρίς καν να ενημερωθεί ο σκηνοθέτης της ταινίας.

Οσον αφορά το επίμαχο βίντεο, είναι σαφές ότι η εκκλησία χτισμένη μέσα στο ναό είναι αδιάψευστος μάρτυρας των γεγονότων. Για να απαλείφουν οποιεσδήποτε αποδείξεις των καταστροφικών παρεμβάσεων της εκκλησίας στον Παρθενώνα θα έπρεπε να διαγραφούν και τα σχετικά πλάνα. Θα πρότεινα στους υπερασπιστές της πίστης να ζητήσουν πλήρη απαλοιφή των αναφορών περί εκκλησίας. Μάλιστα, για μέγιστη αποτελεσματικότητα, θα πρέπει να διαγραφεί, όχι μόνο από το βίντεο, αλλά και από τα βιβλία της ιστορίας ότι ο Παρθενώνας στέγασε επί αιώνες χριστιανικό ναό.

Δυστυχώς για την εκκλησία και τους υπηρέτες της, οι ιστορικές μαρτυρίες για τις βαρβαρότητες και τις καταστροφές σε αρχαιοελληνικούς ναούς και αγάλματα είναι πάμπολλες και τα αιτήματα για λογοκλοπή απλώς δείχνουν ότι έχουν γνώση του ένοχου παρελθόντος τους. Και κάτι χειρότερο: ότι αν χρειαζόταν, θα το ξανάκαναν.

Επιστολή Κ. Γαβρά

Ο σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς, που σε άλλες περιπτώσεις η επίσημη πολιτεία αναγνώριζε ως διεθνούς φήμης τέκνο της Ελλάδας που διαπρέπει στο εξωτερικό, απέστειλε στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης επιστολή διαμαρτυρίας για την περικοπή της επίμαχης σκηνής. Ωστόσο, δεν είναι απολύτως κατανοητό γιατί δεν ζήτησε την πλήρη απόσυρση της ταινίας, εφόσον αυτή έχει υποστεί αλλοίωση χωρίς τη συγκατάθεσή του.

Στην επιστολή του ο κ. Γαβράς επισημαίνει: «Σκοπός μου ήταν να δείξω – βασιζόμενος σε αναμφισβήτητα ιστορικά γεγονότα – ότι η σταδιακή «συρρίκνωση» του Παρθενώνα δεν πρέπει να αποδοθεί σε τυχόν φθορές μέσα στο χρόνο ή σε ενδεχόμενες αδυναμίες της κατασκευής του αλλά αντίθετα οφείλεται στον φανατισμό των ανθρώπων καθώς και στην βαρβαρότητα των διαδοχικών εισβολέων, χωρίς να ξεχνά κανείς τις ασύστολες λεηλασίες του λόρδου Eλγιν, πρέσβη της Μεγάλης Βρετανίας.

Στη σκηνή που κόπηκε, βλέπουμε μερικούς βανδάλους «παλαιοχριστιανούς» να καταστρέφουν τα γλυπτά που κοσμούσαν το αέτωμα του ναού θεωρώντας τα είδωλα και αναπαραστάσεις ακολασίας. Φαίνεται ότι ο ελληνικός κλήρος ζήτησε στη Διοίκηση του Μουσείου της Ακρόπολης όπου προβάλλεται η ταινία να κόψει αυτή τη σκηνή. Η ιστορία επαναλαμβάνεται: οι θρησκόληπτοι που άλλοτε ακρωτηρίαζαν τα αγάλματα, σήμερα επεμβαίνουν και κόβουν τις εικόνες. Το πεδίο των λογοκριτών εμπλουτίσθηκε με ανώτερους δημοσίους λειτουργούς των οποίων το καθήκον είναι η προστασία της Δημοκρατίας. Οι νόμοι που προστατεύουν τα Πνευματικά Δικαιώματα των Δημιουργών ( Droits d’Auteur) απαγορεύουν ρητά οποιαδήποτε αλλαγή σε μία κινηματογραφική ταινία χωρίς τη συγκατάθεση του σκηνοθέτη.

Θέλω να κάνω σαφές το εξής: ο κύριος σκοπός της ταινίας μου είναι να αποδειχθεί ότι ο λόρδος Eλγιν κατέστρεψε μέρος του ναού και έκλεψε τα αγάλματά του για κερδοσκοπικούς λόγους: ο αγοραστής – δηλαδή ο κλεπταποδόχος – ήταν το αγγλικό κράτος. Τα αγάλματα αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο του Παρθενώνα».

Απάντηση Δ. Παντερμαλή

Σε δήλωση του για το ζήτημα ο πρόεδρος του Μουσείου της Ακρόπολης καθηγητής Δημήτρης Παντερμαλής, υποστήριξε: «Για την απόδοση των καταστροφών η ομάδα εργασίας δανείστηκε ένα απόσπασμα ενός λεπτού και 40 δευτερολέπτων από ένα ντοκιμαντέρ του Κ.Γαβρά.

Ορισμένοι εξέλαβαν τις μικρές μορφές (σε κινούμενα σχέδια) που αναρριχώνται σε κλίμακες για να φτάσουν τις μετόπες του Παρθενώνα ως ρασοφόρους και όχι ως ανθρώπους της εποχής.

Προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης αυτού του είδους και δεδομένου ότι η μεν περίοδος καταστροφής είναι πέραν κάθε αμφιβολίας, αλλά οι συνθήκες άγνωστες, κρίθηκε σκόπιμο να παραμείνει –ασφαλώς- η αναφορά στο γεγονός ως είχε και να εκπέσει ένα πλάνο 12 δευτερολέπτων το οποίο έτσι και αλλιώς δεν έχει σχέση με την ουσία των πραγμάτων και ασφαλώς δεν αποτελεί κανενός είδους λογοκρισία».

Διαβάστε σχετικά:

Η περικοπή Γαβρά έγινε μπούμερανγκ για την Εκκλησία

Η καταστροφή του Παρθενώνα απ’ τους Ρωμαιοχριστιανούς

Το ελληνορθόδοξο σχέδιο καταστροφής της Ακρόπολης

Παρθενώνας: Η (αν)Ορθόδοξη Ιστορία

Ελεύθερος Τύπος, e-tipos.com, City 99,5: Oι μικρόκοσμοι που χάθηκαν

Ιουνίου 23, 2009

eleftherosTypos

Η αιφνιδιαστική απόφαση τους ζεύγους Αγγελοπούλου να κλείσουν η εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος, η ιστοσελίδα e-tipos.com και ο ραδιοφωνικός σταθμός City 99,5 προκάλεσε μεγάλη αίσθηση και αμηχανία, κυρίως λόγω της ιδιαίτερα βεβιασμένης κίνησης. Δεν έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα να κλείνει μία εκ των εφημερίδων με τις υψηλότερες κυκλοφορίες εν μία νυκτί. Ίσως αν ο έλεγχος της εφημερίδας βρισκόταν σε κάποιον εκ των παραδοσιακών εκδοτών, να μη μάθαιναν οι εργαζόμενοι μέσω email ή μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού ότι έχουν πλέον μείνει χωρίς δουλειά. Βέβαια η εποχή των παραδοσιακών εκδοτών έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Μάλλον ορθώς.

Είναι σαφές ότι για να μπορεί μία επιχείρηση στο χώρο της ενημέρωσης να είναι επί της ουσίας ανεξάρτητη θα πρέπει να είναι οικονομικά βιώσιμη, κάτι που εξάλλου αναφέρεται και στην ανακοίνωση του ζεύγους Αγγελοπούλου, όπου δημοσιοποιήθηκε η απόφαση «εκκαθάρισης» των εταιρειών«ΙΔΡΥΜΑ ΤΥΠΟΥ Α.Ε.» – που εξέδιδε τις εφημερίδες «Ελεύθερος Τύπος» και «Τύπος της Κυριακής» και όπου ανήκε η ιστοσελίδα www.e-tipos.com – και της εταιρείας «Ραδιοφωνικές Επιχειρήσεις CITY Α.Ε.»: «ένα Μέσο Ενημέρωσης δεν νοείται να λειτουργεί με μεγάλες ζημίες και αυτό να συνεχίζεται επί μακρόν, χωρίς να οδηγεί σε παρανοήσεις». Είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα έχουμε μακρά πικρή πείρα από το αντίθετο.

Ωστόσο, όταν κάποιος έχει στα χέρια του μια τέτοια επιχείρηση, πέραν του θεμιτού στόχου του κέρδους, υπάρχει ευθύνη όχι μόνο απέναντι στους εργαζόμενους, αλλά ίσως περισσότερο απέναντι στο κοινό που εγκαταλείπεται.

Όταν κλείνει μία εφημερίδα, μια ενημερωτική ιστοσελίδα, ένας ραδιοφωνικός σταθμός, δεν κλείνει απλά η επιχείρηση (εξάλλου, το ρήμα «κλείνω» ακούγεται προβληματικό στην περίπτωση των μέσων). Ακόμη κι αν αύριο όλοι οι εργαζόμενοι έβρισκαν αλλού δουλειά, κάτι έχει χαθεί.

 Ένα μέσο δεν παράγει απλά ενημέρωση, αναπόφευκτα αποτελεί θύλακα πνευματικής και πολιτιστικής παραγωγής. H ευφυΐα, οι ευαισθησίες, οι εμμονές και ιδεοληψίες των δημοσιογράφων, των αρχισυντακτών, των γραφιστών και των λοιπών εργαζομένων του ζυμώνονται μαζί για να παραχθεί ένα μοναδικό αποτέλεσμα. Αυτό έχει χαθεί. Η κοινότητα των ανθρώπων που εργαζόταν και διαβιούσε μαζί έχει διαλυθεί. Το πολιτιστικό μικροκλίμα του Ελεύθερου Τύπου, του e-tipos, του City 99,5 έχει καταστραφεί.

Και αυτή η απώλεια είναι συντελεσμένη, είναι οριστική.

Σε κατ’ οίκον περιορισμό οι ξένοι δημοσιογράφοι στο Ιράν – Ρεκόρ θανάτων δημοσιογράφων στη Ρωσία

Ιουνίου 17, 2009

Εν έτει 2009 οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν εστίες και περιοχές έντασης, εκτεταμένης πολιτικής διαφθοράς και ανελεύθερων καθεστώτων δεν έχουν πάψει να κινδυνεύουν και να υφίστανται περιορισμούς και διώξεις.

iranΣτο Ιράν, απαγορεύθηκε χθες στους ξένους ανταποκριτές η ειδησεογραφική κάλυψη των διαδηλώσεων και εν γένει του εκρηκτικού κλίματος που έχει δημιουργηθεί, καθώς φουντώνει το κύμα αμφισβήτησης της επανεκλογής του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, με επτά νεκρούς στις διαδηλώσεις της Δευτέρας και δεκάδες συλλήψεις οπαδών του μετριοπαθή πρώην πρωθυπουργού Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί, που καταγγέλλουν νοθεία στις κάλπες.

Σύμφωνα με την απαγόρευση, κανένας δημοσιογράφος δεν έχει άδεια να κάνει ρεπορτάζ, να κινηματογραφεί ή να φωτογραφεί. Επίσης, ακυρώνονται οι δημοσιογραφικές διαπιστεύσεις όλων των ξένων μέσων ενημέρωσης και απαγορεύεται στους ξένους ανταποκριτές να ασκούν το επάγγελμά τους έξω από τα γραφεία στα οποία εργάζονται.

iran1Να σημειωθεί ότι είναι γνωστή η εκστρατεία των ιρανικών αρχών κατά των μπλόγκερ, αλλά και των χρηστών του διαδικτύου, που θεωρούνται «εχθρικοί» προς το ιρανικό καθεστώς και τις αξίες του Ισλάμ. Πρόσφατα, έγινε γνωστός «περίεργος» θάνατος μπλόγκερ στις ιρανικές φυλακές. Συγκεκριμένα, τον περασμένο Μάρτιο, ο 25χρονος Ιρανός μπλόγκερ Ομίντ Μιρ Σαγιάφι πέθανε στις φυλακές Εβίν της Τεχεράνης, όπου εξέτιε ποινή για προσβολή του ανώτατου πνευματικού ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, με τους αξιωματούχους των φυλακών να κάνουν λόγο για «αυτοκτονία».

Σχετικά: Facebook και Twitter, τα «όπλα» των οπαδών της αντιπολίτευσης στο Ιράν

Ρεκόρ θανάτων δημοσιογράφων στη Ρωσία

red-square1Σύμφωνα με στοιχεία που χρονολογούνται από το 1991, η Ρωσία είναι η χώρα με τις περισσότερες δολοφονίες και τα περισσότερα ατυχήματα δημοσιογράφων στην Ευρώπη, ενώ πολλοί από τους θανάτους ήταν πολιτικά υποκινούμενοι, αλλά αγνοήθηκαν από τις αρχές. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία έκθεσης της Διεθνούς Ένωσης Δημοσιογράφων και της Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων που παρουσιάστηκε στις 15 Ιουνίου, 312 δολοφονίες και ατυχήματα καταγράφηκαν στη Ρωσία από το 1991, ενώ 4 δολοφονίες έχουν πραγματοποιηθεί από την αρχή του 2009. Στον αντίποδα, τα 18 αυτά χρόνια που συλλέγονται στοιχεία, 2 δημοσιογράφοι σκοτώθηκαν στη Γερμανία, ένας στη Βρετανία και κανένας στη Γαλλία ή στην Ιταλία. Από την έκθεση προκύπτει ότι υπάρχουν ορισμένες χώρες στις οποίες επικρατεί καθεστώς ατιμωρησίας των αδικημάτων και εγκλημάτων κατά δημοσιογράφων και αυτές είναι η Τουρκία, η Ινδία, το Μεξικό, η Βραζιλία και η Ρωσία (Moscow Times).

Υπενθυμίζεται ότι από τις δολοφονίες που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη αίσθηση στη Ρωσία ήταν αυτή της δημοσιογράφου της Novaya Gazeta, Αννα Πολιτκόφσκαγια το 2006, σφοδρής επικρίτριας του πολέμου στην Τσετσενία και του αμερικανού δημοσιογράφου Πολ Κλεμπνικοφ το 2004, διευθυντή του Forbes στη Ρωσία, συγγραφέα αποκαλυπτικών άρθρων και βιβλίων για τη σχέση οργανωμένου εγκλήματος και πολιτικής εξουσίας στη Ρωσία. Οι δράστες και των δύο δολοφονιών παραμένουν ασύλληπτοι. Η Μόσχα, επισημαίνεται στην έκθεση, είναι το πιο επικίνδυνο μέρος για τους δημοσιογράφους στη Ρωσία, ακόμη και σε σύγκριση με περιοχές όπως η Τσετσενία.

Το debate των πολιτικών αρχηγών και της a la carte μαχόμενης δημοσιογραφίας

Μαΐου 29, 2009

Η έννοια του debate σε όλες τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου πέραν της Ελλάδας εμπεριέχει ως συστατικό του στοιχείο αυτό του διαλόγου. Εξάλλου, η μεταφορά στα ελληνικά και επικράτηση του όρου «τηλεμαχία» είναι ενδεικτική του τρόπου αντιμετώπισης του:

debate1Μία ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για ένα τηλεοπτικό προϊόν, διαμορφωμένο αποκλειστικά με ορούς τηλεοπτικούς, προς κατανάλωση από τους τηλεθεατές ή στην καλύτερη ένα μεντιακό γεγονός εγχώριας κλίμακας. Στην περίπτωση αυτή οι απαντήσεις των πολιτικών εν είδει συνθημάτων, θα πρέπει να χωρέσουν σε 1,5 λεπτό. Είναι σαφές ότι στα όρια των 90 δευτερολέπτων η ανάπτυξη πολιτικού λόγου είναι πρακτικώς αδύνατη. Επιπλέον, είθισται διεθνώς -όχι στην Ελλάδα- τα debate να είναι αφιερωμένα σε συγκεκριμένες θεματικές ενότητες, ώστε να υπάρχει ο χρόνος ανάπτυξης επιχειρηματολογίας επί των τιθέμενων ζητημάτων. Αντίθετα, στην Ελλάδα, οι πολιτικοί καλούνται στη διάρκεια αυτής της τηλεοπτικής εκπομπής να δώσουν απαντήσεις–συνθήματα επί παντός επιστητού: για την πολιτική, την οικονομία, το περιβάλλον, την παιδεία….

Μία άλλη ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για τηλε-διασταύρωση (διασταύρωση εξ αποστάσεως χωρο-χρονικής) των πολιτικών ξιφών, μιας και οι διαδοχικοί -και όχι παράλληλοι- μονόλογοι, δεν επιτρέπουν την αντιπαράθεση επιχειρημάτων και ιδεών. Στην περίπτωση αυτή προκαλεί απορία για ποιο λόγο θα πρέπει να βρίσκονται όλοι μαζί οι πολιτικοί στον ίδιο χώρο, δεδομένου μάλιστα ότι ακόμη και η τηλε-σκηνοθεσία δίνει την αίσθηση ότι ο καθένας είναι μόνος του. Εξάλλου, δεν υπεισέρχονται καν πρακτικά ζητήματα: Η τεχνολογία έχει προ πολλού δώσει λύση στο ζήτημα αυτό με την τηλεδιάσκεψη, που ευρύτατα αξιοποιείται από τους πολυάσχολους επιχειρηματίες.

debateΤις προηγούμενες ημέρες η κυρία Παπαρήγα έκανε μία ενδιαφέρουσα επισήμανση (πέραν του ότι θα πρέπει να είναι η τελευταία φορά που διεξάγεται το debate με αυτούς τους όρους): ότι θα πρέπει να συμμετέχουν και δημοσιογράφοι από άλλα μέσα, όπως εφημερίδες και ραδιόφωνο (για το διαδίκτυο, ούτε λόγος), υπό την λογική ότι δεν αφορά μόνο τον τηλεοπτικό κόσμο. Υπό τη μορφή βέβαια την οποία έχουν σήμερα τα debate, αμυδρή θα ήταν επί της ουσίας η διαφορά.

Κάθε φορά, τόσο οι δημοσιογράφοι, όσο και τα κόμματα συμφωνούν ότι ο τρόπος διεξαγωγής των debate δεν επιτρέπει τον διάλογο, αλλά αφενός, τα κόμματα δεν καταλήγουν σε κοινή συμφωνία ώστε να αλλάξει επί της ουσίας η διαδικασία, οι δημοσιογράφοι που αντιτίθεται σθεναρά συμμετέχουν, υπακούοντας στους κανόνες του παιχνιδιού, τους οποίους ωστόσο δεν θέτουν οι ίδιοι, θεωρώντας μάλιστα μέγιστη επαγγελματική αναγνώριση να αποτελούν μέρος της διαδικασίας. Ωστόσο, πόσες τηλεοπτικές εκπομπές ουσιαστικής συζήτησης και υγιούς αντιπαράθεσης υπάρχουν σήμερα στην ελληνική τηλεόραση; Στην καλλιέργεια ποιας κουλτούρας πολιτικού διαλόγου έχουν συνεισφέρει οι δημοσιογράφοι και τα στελέχη των τηλεοπτικών σταθμών όλα αυτά τα χρόνια, μέσα από τις εκπομπές τους; Ποια εκπομπή υπάρχει σήμερα όπου δίδεται το περιθώριο ή απαιτείται ως στοιχειώδες από το δημοσιογράφο η επιχειρηματολογία και η ανάπτυξη πολιτικού λόγου και όχι κραυγών και συνθημάτων;

Δεν έχουμε debate στα πρότυπα των υπολοίπων δυτικών χωρών γιατί φοβούνται οι πολιτικοί και γιατί οι δημοσιογράφοι και τα μέσα στα οποία εργάζονται έχουν συνηθίσει και έχουν βολευτεί να χαϊδεύουν τους πολιτικούς και να τους επιτίθενται μόνο όταν εξυπηρετούνται συγκεκριμένα συμφέροντα. Οι ασκούντες μαχητική δημοσιογραφία α λα καρτ δε θα έπρεπε λοιπόν να εξανίστανται όταν για άλλη μια φορά συμμετέχουν σε ένα παιχνίδι τους κανόνες του οποίου ακόμη κι αν δεν ρυθμίζουν οι ίδιοι, προσυπογράφουν σιωπηρά μέσα από τη δουλειά τους όλον τον υπόλοιπο χρόνο.